Αρχική ΚΑΤΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΛΒΕΤΟΥ Aberdeen-Π.Α.Ο.Κ. 2:3: Δοκάρι και μέσα.

Aberdeen-Π.Α.Ο.Κ. 2:3: Δοκάρι και μέσα.

0
Aberdeen-Π.Α.Ο.Κ. 2:3: Δοκάρι και μέσα.

Ο δικός μου ΠΑΟΚ, όπως και για πολλούς από τους ΠΑΟΚτσήδες της γενιάς του old school, όπως αυτοαποκαλούμαστε, είναι απολύτως συμβατός με το αποτέλεσμα της Πέμπτης και πολύ περισσότερο με τον τρόπο που αυτό ήρθε.

Με την διαφορά πως στα χρόνια της νιότης μας, δεκαετίες 80s με 00s η ΠΑΟΚάρα ήταν αυτή που έφευγε ηττημένη από το γήπεδο. Ηττημένη ως προς το τελικό αποτέλεσμα με τον κάθε απίθανο τρόπο. Αγωνιστικό και πολύ συχνά εξωαγωνιστικό. Η ποδοσφαιρική μας ζωή ήταν δοκάρι και έξω.

Αχ και βάχ.

Θαρρείς και πως σε εκείνα τα αδέσποτα μας χρόνια, ο ποδοσφαιρικός θεός, να ήθελε με τον τρόπο αυτό να μας δαμάσει για την πραγματική ζωή. Την πραγματική ζωή. Όχι αυτήν που βιώναμε ως απόρροια της αθωότητας που απλόχερα προσφέρει η φύση στα άγουρα παιδιά της. Ούτε και αυτή που η εύπλαστη ευμάρεια της πατρίδας που όλοι γινήκαμε θύματα της, άλλος πολύ, και άλλος πολύ περισσότερο.

Όσα ήρθαν στις ζωές μας μετά, αυτά που αξιωματικά φέρνει η ύστερη ζωή, αλλά στη δική μας γενιά, κυρίως σε όσους επέμεναν στην πατρίδα, αλλά και σε όσους την αφήσαμε, νωρίς όπως εγώ, και αργότερα, τα έφερε στον υπερθετικό βαθμό, ίσως εμείς να τα βιώσαμε λιγότερο επώδυνα.

Αν έχεις (επι-) ζήσει την πίκρα από το χαμένο πέναλτυ του Κωστάκη Μαλιούφα το ‘83, την φυγή του φονιά πριν το πρώτο πιθανό ντάμπλ της ποδοσφαιρικής σου ιστορίας, την ήττα από τον Θρασύβουλο Φυλής, τον κάθε επίδοξο, απίθανο και υποτιθέμενο επενδυτή-αγοραστή των ονείρων σου, αλλά και κυρίως τα διαιτητικά εκτρώματα του κάθε Λίτσα, Γερμανάκου και λοιπών ψυχικών περιττωμάτων, δεν μασάς.

Έχει ο Θεός, λες.
Ins Allah, πού λέν και οι άλλοι.

Ξεκίνησα να βλέπω τον χθεσινό αγώνα, δευτερόλεπτα αφότου χαρίσαμε (και) το δεύτερο goal. Θα γυρίσει είπα. Ψύχραιμα. Συνειδητά. Επειδή η ζωή, αυτή η γλυκιά μέσα στις τέσσερις ασβεστωμένες γραμμές, αλλά κυρίως αυτή έξω από αυτές, μου έμαθε να βλέπω το κάθε ποτήρι μισογεμάτο. Να αναγνωρίζω και αντιλαμβάνομαι όχι απλά ποια είναι η καλύτερη ομάδα μέσα στο γήπεδο, αλλά το πιο σημαντικό, ποια έχει την ανωτερότητα να πάρει το αποτέλεσμα. Ο ΠΑΟΚ του Σαββίδη, αλλά πολύ περισσότερο, η ΠΑΟΚάρα του Lucescu, αυτήν την σιγουριά σου εμπνέει. Την σιγουριά του θετικού αποτελέσματος. Που στο τέλος θα’ρθει με τον οποιονδήποτε τρόπο. Δοκάρι και μέσα.

Ακόμη και με πολύ τύχη κάποιες φορές. Η τύχη άλλωστε, μου ‘μαθε η ζωή, πως βοηθά τους τολμηρούς. Αυτούς που δουλεύουν συνειδητά για να γίνονται κάθε μέρα και καλύτεροι στο μετερίζι που επέλεξαν. Αυτούς πως έχουν μάθει πως η δύναμη, πάντα και αει, προέρχεται από (τα) μέσα μας, ψυχικά και πνευματικά. Όχι αυτούς που μοιρολατρικά την περιμένουν, όπως την καλή ζαριά που ποτέ δεν έρχεται.

Είναι νωρίς πρωί της Παρασκευής, 27 του Οκτώβρη. Γυρίζεις με την πρωινή πτήση από την Αθήνα, από ένα ακόμη, πολύ επίπονο, επαγγελματικό ταξίδι λίγων ημερών, για την χώρα της συγχωρεμένης της μάνας σου, την Ελβετία. Εκεί που επέλεξες να ζεις εδώ και 30 χρόνια, σαν χθές, του Αή Δημήτρη της Σαλονίκης σου, ήταν που (ξ)έφυγες. Όπως η ΠΑΟΚάρα του Ρουμάνου, διεκδίκησες και κέρδισες πολλά. Οικογένεια, καταξίωση επαγγελματική, πέντε και δέκα ελβετικά φράγκα παραπάνω σε σχέση με πολλούς.

Σου λείπει όμως η παντοτινή πατρίδα της ψυχής σου, η Σαλονίκη και η ΠΑΟΚάρα σου, όμορφο κουσούρι που ο τρελογιατρός μπαμπάς σου μπόλιασε. Αυτός που ακόμη και σύνθημα τον έκανε η old school γενιά σου. Σιγά μην τον τρελάνατε εσείς γκαρντάσια. Αυτός ήταν πάντα πιο τρελός με την ΠΑΟΚάρα και από τα Μαναβόσκυλα.

Όπως τότε με τον γαύρο, κοντά παντελόνια ακόμη φορούσες τα καλοκαίρια, που μέσα στων γαύρων την κερκίδα, άναψε ένα ακόμη ‘More’ κόκκινο, πουράκι των φτωχών το έλεγες, με πλαστικό αναπτήρα ΠΑΟΚάρα με δικέφαλο αητό και μιλούσε στους διπλανούς μας, λες και βρισκόταν στο καρεκλάκι της Τούμπας που κάθε δεύτερη Κυριακή ζέσταινε με την παρουσία του. Τρανά κάκαλα. ΠΑΟΚ Lucescu.

Τον χάρηκες για μερικές ώρες στη Σαλονίκη σας, λίγο πρίν το πρώτο ή αμέσως μετά το τελευταίο επαγγελματικό ραντεβού της ημέρας. 90 Ιουνίων και ακόμη καρδιά χτυπά. Δάκρυα στα μάτια σου. Μόλις έμαθες πως έφυγε η κ. Έφη. Θα της αφιερώσεις ένα κείμενο. https://paok.gr/kyria-efi-papadopoulou-me-ton-p-a-o-k-pantou-dichos-ntou-kai-ou/

Δάκρυα είχες και την Δευτέρα, γιατί πήγες στην κηδεία της κ. Αλεξάνδρας. Η μάνα της παιδικής και νυν και αεί φίλης σου. Φεύγουν ένας-ένας οι παιδικοί μας ήρωες. Ας αποχωρούν τουλάχιστον με την λογική σειρά. Τρεις ανθρώπους που γνώριζες, στα σαράντα τους πάνω-κάτω αποχαιρέτησες φέτος.

Η ΠΑΟΚάρα σου πρόσφερε (ακόμη) μια εφήμερη ηδονή. Την χάρηκες πολύ, και ας την περίμενες. Την μοιράστηκες και με τον Νικόλα, τον βάζελο οδηγό σου, απίκο μαζί σου στο λεκανοπέδιο και κάτω απ τ’αυλάκι. Χάρηκε και εκείνος, γιατί ξέρει να αναγνωρίζει και να εκτιμά. Άτιμο πράγμα η ζήλεια. Γιομάτη από τούτη ο κόσμος. Ακόμη πιο πολύ η Ελλάδα.

Η ΠΑΟΚάρα νίκησε, με σχεδόν όλους τους παίκτες μας να μην παίζουν καλά. Με εξαίρεση τον Ντέλια, ηδονή να τον βλέπεις τον πιτσιρικά, και πολύ όμορφα τα έγραψε η εξαιρετική πένα του Σωτήρη. https://www.sdna.gr/podosfairo/1135252_opoy-emoiaze-me-mia-palia-elaiografia-toy-gkogia. H ΠΑΟΚάρα όμως νίκησε. Δοκάρι και μέσα.

Προηγούμενο άρθρο Δίτερμα πριν την Αθήνα – PAOK TV
Επόμενο άρθρο Τακιανός: «Παλέψαμε όσο το επέτρεψαν οι συνθήκες»
Elvetos
Ο elvetos είναι γέννημα-θρέμμα Σαλονικιός, παιδί του κέντρου της πόλης. Δεν είναι μπαγιάτης, αλλά περήφανος Πόντιος, με ελβετική μητρική πινελιά. Στην Ελβετία ζεί από τις αρχές τις δεκατίες του ’90. Είναι συνειδητά ενταγμένος και ενεργός στην ελβετική κοινωνία, αλλά δηλώνει πως η πατρίδα της ψυχής του παραμένει στην (όπου κι αν πας, όπου κι αν πας εδώ θα μείνεις...) Σαλονίκη και την ΠΑΟΚάρα του. Αποτελεί μέλος του βασικού πυρήνα των old school internet PAOK Fans από το 1995. Έχει γυρίσει όλη την Ευρώπη με αδελφικά φίλους των internet PAOK Fans, του σύνδεσμου της Ελβετίας του οποίου υπήρξε ιδρυτικό και ηγετικό στέλεχος, αλλά και πολύ συχνά μόνος. Δηλώνει ερωτευμένος με την γηπεδική ατμόσφαιρα της Τούμπας από την στιγμή που την πρωτογεύτηκε το μακρινό 80 στο παιχνίδι με τον Βάζελο και τον Λίτσα. Δεν κατέχει και ούτε τον νοιάζει η προπονητική, έμαθε στα (πολλά κα δύσκολα) άγονα χρόνια του ποδοσφαίρου των 90s να μην στεναχωρίεται με τις πίκρες και να χαίρεται υπέρμετρα με τις χάρες. Θεωρεί και νιώθει τον ΠΑΟΚ το (γλυκόξινο) κερασάκι στην τούρτα της ζωής του. ι